μαρτύριο

μαρτύριο
το (AM μαρτύριον)
1. αποδεικτικό στοιχείο, τεκμήριο (α. «τα δακτυλικά αποτυπώματα είναι το ισχυρότερο μαρτύριο τής ενοχής του» β. «μαρτύριον δέ
Δήλου γὰρ καθαιρομένης...», Θουκ.)
2. κακοποίηση ή βασανιστήριο μέχρι θανάτου («οι χριστιανοί υπέστησαν πολλά μαρτύρια για την πίστη τους)
3. ο βίος ενός μάρτυρα τής Εκκλησίας
4. ο τόπος όπου φυλάσσονται τα λείψανα ενός μάρτυρα τής Εκκλησίας
5. κτίσματα που ανήγειραν οι πρώτοι χριστιανοί στους τάφους τών μαρτύρων
6. στον πληθ. τα Μαρτύρια
το Μαρτυρολόγιο
7. φρ. «οδός μαρτυρίου» — ο δρόμος που ακολούθησε ο Χριστός, φορτωμένος τον σταυρό, μέχρι τον Γολγοθά
νεοελλ.
φρ. α) «οδός μαρτυρίου» — επίπονες προσπάθειες για επίτευξη ενός σκοπού
β) «το μαρτύριο τού Ταντάλου» — ταλαιπωρία από ανικανοποίητη δίψα
νεοελλ.-μσν.
ψυχική ή σωματική ταλαιπωρία, βάσανο («έχει καταντήσει μαρτύριο η ζωή της μαζί του»)
μσν.-αρχ.
ο δεκάλογος τού Μωυσή.
[ΕΤΥΜΟΛ. Υποχωρητ. σχηματισμός από το ρ. μαρτυρώ].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Look at other dictionaries:

  • μαρτύριο — το 1. μαρτυρία, απόδειξη, πειστήριο, βεβαίωση: Δεν είχε μαρτύρια για να αποδείξει την αλήθεια. 2. βασανιστήριο: Τράβηξε πολλά μαρτύρια στη φυλακή. 3. οι βασανισμοί των χριστιανών: Το μαρτύριο του αγίου Γεωργίου. 4. πόνος σωματικός ή ψυχικός,… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Τάνταλος — Όνομα μυθολογικών προσώπων. 1. Βασιλιάς της Φρυγίας και της Λυδίας, πατέρας του Πέλοπα, του επώνυμου ήρωα της Πελοποννήσου. Ήταν κυρίως γνωστός για το μαρτύριο στο οποίο υποβλήθηκε στον Άδη, όπου τον βασάνιζαν αιώνια η πείνα και η δίψα· ήταν… …   Dictionary of Greek

  • Βυζαντινή αυτοκρατορία — I Β.α., ή αλλιώς Μεταγενέστερο Ρωμαϊκό ή Ανατολικό Ρωμαϊκό Κράτος, αποκαλείται συμβατικά το ανατολικό τμήμα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Πρωτεύουσα του τμήματος αυτού, που μετά την κατάλυση του Δυτικού Ρωμαϊκού κράτους συνέχισε περίπου για έντεκα… …   Dictionary of Greek

  • Ιταλία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Ιταλίας Έκταση: 301.230 τ. χλμ. Πληθυσμός: 56.305.568 (2001) Πρωτεύουσα: Ρώμη (2.459.776 κάτ. το 2001)Κράτος της νότιας Ευρώπης. Συνορεύει στα ΒΔ με τη Γαλλία, στα Β με την Ελβετία και την Αυστρία, στα ΒΑ με τη… …   Dictionary of Greek

  • Αθανάσιος — I Όνομα αγίων της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας. 1. Επίσκοπος Ταρσού. Μαρτύρησε στα χρόνια του αυτοκράτορα Βαλεριανού (253 259), γιατί βάφτισε κάποια νέα που ονομαζόταν Ανθούσα. Συνεορτάζουν στις 22 Αυγούστου. 2. Ένας από τους 33 μάρτυρες, που… …   Dictionary of Greek

  • Αλτντόρφερ, Άλμπρεχτ — (Albrecht Altdorfer, 1480 – 1538). Γερμανός ζωγράφος και χαράκτης. Ελάχιστες πληροφορίες υπάρχουν για τη ζωή του. Γεννήθηκε πιθανώς στο Ρέγκενσμπουργκ· το 1499 έφυγε από την πόλη αυτή για να ακολουθήσει τον πατέρα του, αλλά ξαναγύρισε το 1505.… …   Dictionary of Greek

  • Δίρκη — Μυθολογικό πρόσωπο. Ήταν σύζυγος του βασιλιά της Θήβας, Λύκου. Η Δ. κράτησε αιχμάλωτη για πολλά χρόνια την ερωμένη του Δία, Αντιόπη, μητέρα των διδύμων Αμφίονος και Ζήθου, που είχαν αφεθεί νεογέννητοι στον Κιθαιρώνα και τους ανέθρεψαν βοσκοί.… …   Dictionary of Greek

  • Κράναχ — (Cranach). Καλλιτεχνικό ψευδώνυμο της οικογένειας των Γερμανών ζωγράφων και χαρακτών Μίλερ (Müller). 1. Λούκας, ο Πρεσβύτερος (Lucas, Κράναχ Φραγκονίας 1472 – Βαϊμάρη 1553). Άρχισε τη σταδιοδρομία του ως βοηθός στο εργαστήριο χαρακτικής του… …   Dictionary of Greek

  • Μπενβενούτι, Πιέτρο — (Pietro Benvenuti, 1769 – 1844). Ιταλός ζωγράφος. Διακόσμησε την αίθουσα του Ηρακλή, στο Παλάτσο Πίτι της Φλωρεντίας, με συνθέσεις που αναφέρονται στα κατορθώματα του ήρωα, καθώς και το παρεκκλήσι των Μεδίκων, στον Άγιο Λαυρέντιο της Φλωρεντίας… …   Dictionary of Greek

  • Ρήγας Βελεστινλής — (Βελεστίνο 1757 – Βελιγράδι 1798). Πρόδρομος και πρωτομάρτυρας του απελευθερωτικού Αγώνα και ο πιο χαρακτηριστικός τύπος λογίου, που συνδύασε άμεσα το κήρυγμα του διαφωτισμού με την επαναστατική δράση. Πολύ λίγες ιστορικές ειδήσεις έχουμε για τη… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”